Το Πρωτογενές Πλεόνασμα που αναμένεται να πιστοποιήσει η Eurostat στις 22 του μήνα για την ελληνική οικονομία, δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε έναν ισολογισμό, αλλά μια αποκάλυψη της σχέσης μεταξύ κράτους και παραγωγικής οικονομίας. Σύμφωνα με τις επικείμενες ανακοινώσεις, η Ελλάδα πέτυχε πλεόνασμα ύψους 4,5% του ΑΕΠ, μια επίδοση που ξεπερνά κάθε προηγούμενη πρόβλεψη. Ωστόσο, για τον σκεπτόμενο πολίτη και τον αναλυτή που εστιάζει στην ελεύθερη αγορά, αυτό το νούμερο εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: Από πού ακριβώς προήλθαν αυτά τα κεφάλαια και ποιο είναι το πραγματικό κόστος για την ατομική ιδιοκτησία;
Πρωτογενές Πλεόνασμα: Μια μεταφορά πλούτου από τον ιδιώτη στο κράτος
Στην οικονομική λογική, το Πρωτογενές Πλεόνασμα αντιπροσωπεύει το ποσό κατά το οποίο τα κρατικά έσοδα υπερβαίνουν τις δαπάνες, προτού συνυπολογιστούν οι τόκοι του χρέους. Αν και στο πλαίσιο της δημοσιονομικής πειθαρχίας αυτό παρουσιάζεται ως θρίαμβος, στην πραγματικότητα αποτελεί κεφάλαια που αφαιρέθηκαν από τον ιδιωτικό τομέα μέσω της φορολογίας και δεν επιστράφηκαν σε αυτόν. Όταν το κράτος «υπεραποδίδει», αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις είχαν λιγότερους πόρους στη διάθεσή τους για αποταμίευση, επένδυση και κατανάλωση. Η συσσώρευση πλεονασμάτων στα κρατικά ταμεία είναι, στην ουσία, μια ένδειξη ότι η φορολογική πίεση παραμένει σε επίπεδα που υπερβαίνουν τις ανάγκες μιας λιτής και αποτελεσματικής διοίκησης.
Η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας επισημαίνει ότι εάν αυτό το Πρωτογενές Πλεόνασμα προήλθε από νέα έσοδα, τότε δημιουργείται «δημοσιονομικός χώρος» για ελαφρύνσεις. Αυτή η προσέγγιση όμως αντιστρέφει την ηθική και οικονομική προτεραιότητα. Ο πλούτος παράγεται αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα. Το γεγονός ότι το κράτος πρέπει πρώτα να υπερφορολογήσει για να «δημιουργήσει χώρο» ώστε να επιστρέψει μέρος των κλεμμένων πόρων, καταδεικνύει μια βαθιά στρέβλωση. Η υγιής νομισματική και δημοσιονομική πολιτική θα απαιτούσε την άμεση μείωση των βαρών, ώστε το πλεόνασμα να παραμένει στις τσέπες εκείνων που το παρήγαγαν, τροφοδοτώντας την πραγματική ανάπτυξη και όχι την κρατική γραφειοκρατία.
Η σκιά του χρέους και η Eurostat
Παρά την ευφορία για το Πρωτογενές Πλεόνασμα, η ανακοίνωση της Eurostat θα συνοδεύεται από μια υπενθύμιση της σκληρής πραγματικότητας: το δημόσιο χρέος παραμένει στο 145% του ΑΕΠ. Αν και η τάση είναι πτωτική, η Ελλάδα διατηρεί το υψηλότερο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εδώ έγκειται η μεγάλη παγίδα. Το κράτος χρησιμοποιεί τα πλεονάσματα που αφαιρεί από την αγορά για να συντηρήσει ένα δυσβάσταχτο χρέος που δημιουργήθηκε από δεκαετίες κρατικής σπατάλης και παρεμβατισμού.
Αυτή η διαδικασία δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Για να εξυπηρετηθεί το χρέος, απαιτείται διαρκώς ένα υψηλό Πρωτογενές Πλεόνασμα, το οποίο με τη σειρά του πνίγει την ιδιωτική πρωτοβουλία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχύτερη μείωση του χρέους μέσω της πραγματικής μεγέθυνσης της οικονομίας. Η εμμονή στους αριθμούς της Eurostat συχνά παραβλέπει την ποιοτική διαφορά μεταξύ της ανάπτυξης που καθοδηγείται από την ελεύθερη αγορά και της «στατιστικής ανάπτυξης» που προκύπτει από την κρατική διαχείριση.

Η αναγκαιότητα για μια ριζική αλλαγή παραδείγματος
Η επιβεβαίωση της υπεραπόδοσης το 2025 δεν πρέπει να αποτελέσει δικαιολογία για εφησυχασμό ή, ακόμα χειρότερα, για νέες κρατικές δαπάνες υπό το πρόσχημα της κοινωνικής πολιτικής. Η μόνη βιώσιμη στρατηγική είναι η θωράκιση της ατομικής ιδιοκτησίας. Κάθε ευρώ που καταγράφεται ως Πρωτογενές Πλεόνασμα είναι ένα ευρώ που θα μπορούσε να έχει επενδυθεί σε μια νέα επιχείρηση, σε μια καινοτομία ή στην οικογενειακή ευημερία.
Το μέλλον της δημοσιονομικής πολιτικής
Αν το κράτος επιθυμεί πραγματικά να βοηθήσει την οικονομία, η λύση δεν είναι η διαχείριση των πλεονασμάτων, αλλά η κατάργηση των αιτιών που τα καθιστούν απαραίτητα. Αυτό σημαίνει δραστική μείωση των κρατικών δαπανών, ώστε να μην απαιτείται η αφαίμαξη του ιδιωτικού τομέα για να φαίνονται οι ισολογισμοί «πράσινοι» στα γραφεία των Βρυξελλών. Το Πρωτογενές Πλεόνασμα πρέπει να προέρχεται αποκλειστικά από τη συγκράτηση των δαπανών και όχι από την αύξηση των εσόδων, εάν θέλουμε να μιλάμε για μια ελεύθερη και υγιή οικονομία.
Συμπερασματικά, η κοινή ανακοίνωση Eurostat και ΕΛΣΤΑΤ στις 22 του μήνα θα πιστοποιήσει την ικανότητα του ελληνικού κράτους να εισπράττει φόρους. Το στοίχημα όμως για την επόμενη ημέρα παραμένει: θα τολμήσει η πολιτική ηγεσία να περιορίσει τον δικό της ρόλο, αφήνοντας το Πρωτογενές Πλεόνασμα εκεί που ανήκει, δηλαδή στην ελεύθερη αγορά; Μόνο μέσω της προστασίας της ιδιωτικής οικονομίας και της σταθερής προσήλωσης στις αρχές της ατομικής ελευθερίας μπορεί η Ελλάδα να βγει οριστικά από τον θάλαμο της ευρωπαϊκής επιτήρησης.



