Το Ενεργειακό κόστος βιομηχανίας αναδεικνύεται για ακόμη μια φορά ως η «αχίλλειος πτέρνα» της ελληνικής οικονομικής παραγωγής, παρά τις πρόσφατες εξαγγελίες της κυβέρνησης για νέα μέτρα στήριξης. Η απογοήτευση που εκφράζουν οι βιομηχανικοί κύκλοι δεν είναι απλώς μια αντίδραση στην ανεπάρκεια των ποσών, αλλά μια βαθύτερη συνειδητοποίηση ότι το τρέχον μοντέλο κρατικής παρέμβασης αποτυγχάνει να προσφέρει ουσιαστική θωράκιση. Όταν το κράτος επιχειρεί να «ρυθμίσει» το κόστος μέσω επιδοτήσεων και έκτακτων μέτρων, στην πραγματικότητα επιδεινώνει το πρόβλημα που υπόσχεται να λύσει, δημιουργώντας μια μόνιμη κατάσταση αβεβαιότητας.
Η βιομηχανία παραμένει αθωράκιστη επειδή η προσοχή επικεντρώνεται στα συμπτώματα και όχι στην αιτία. Η αιτία της ενεργειακής ευπάθειας δεν είναι η έλλειψη κρατικών χρημάτων, αλλά η έλλειψη μιας πραγματικά ελεύθερης αγοράς ενέργειας, απαλλαγμένης από τις στρεβλώσεις του κεντρικού σχεδιασμού. Σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές δεν καθορίζονται από την προσφορά και τη ζήτηση, αλλά από κυβερνητικές αποφάσεις και γραφειοκρατικούς περιορισμούς, οι επιχειρήσεις αδυνατούν να προχωρήσουν σε μακροπρόθεσμο προγραμματισμό.
Το Ενεργειακό κόστος βιομηχανίας και η ψευδαίσθηση της προστασίας
Η κεντρική ιδέα πίσω από τα κυβερνητικά πακέτα είναι ότι η οικονομία μπορεί να σταθεροποιηθεί μέσω της αναδιανομής πόρων. Ωστόσο, κάθε ευρώ που δίνεται ως επιδότηση για το Ενεργειακό κόστος βιομηχανίας πρέπει πρώτα να αφαιρεθεί από την παραγωγική οικονομία μέσω της φορολογίας ή να δημιουργηθεί μέσω της νομισματικής επέκτασης. Αυτό οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο όπου το κόστος ζωής και παραγωγής αυξάνεται με άλλους τρόπους, εξουδετερώνοντας τα οφέλη της αρχικής «στήριξης». Η πραγματική θωράκιση δεν προέρχεται από κρατικές ομπρέλες, αλλά από τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να συνάπτουν ελεύθερες συμφωνίες με παραγωγούς ενέργειας, χωρίς την παρέμβαση ρυθμιστικών αρχών που συχνά εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες αντί για οικονομική λογική.
Οι επιχειρήσεις ορθώς επισημαίνουν ότι οι παρεμβάσεις δεν ανταποκρίνονται στις κρίσιμες ανάγκες. Αυτό συμβαίνει γιατί οι ανάγκες μιας βιομηχανίας είναι δυναμικές και ποικίλες, ενώ τα κρατικά μέτρα είναι οριζόντια και στατικά. Η γνώση που απαιτείται για την αποτελεσματική διαχείριση της ενέργειας είναι διεσπαρμένη ανάμεσα στους χιλιάδες δρώντες της αγοράς. Κανένας υπουργός ή επιτροπή δεν μπορεί να γνωρίζει τις βέλτιστες λύσεις για κάθε επιμέρους βιομηχανική μονάδα τόσο καλά όσο οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες και οι μηχανικοί τους.

Η αποτυχία του κρατικού παρεμβατισμού στην ενέργεια
Όταν η κυβέρνηση αναλαμβάνει τον ρόλο του προστάτη, αποδυναμώνει τα κίνητρα για καινοτομία και ενεργειακή αυτονομία. Αν οι επιχειρήσεις μάθουν να περιμένουν το επόμενο «πακέτο στήριξης» κάθε φορά που οι τιμές αυξάνονται, τότε η προσαρμοστικότητά τους μειώνεται. Η πραγματική λύση για το Ενεργειακό κόστος βιομηχανίας θα ήταν η πλήρης απελευθέρωση της παραγωγής και της μεταφοράς ενέργειας, επιτρέποντας σε νέους παίκτες να εισέλθουν στην αγορά και να ανταγωνιστούν, μειώνοντας τις τιμές μέσω της αύξησης της προσφοράς.
Αντίθετα, παρατηρούμε μια εμμονή σε πολιτικές που περιορίζουν τις πηγές ενέργειας βάσει ιδεολογικών κριτηρίων, αυξάνοντας τεχνητά την σπανιότητα και, κατά συνέπεια, τις τιμές. Η βιομηχανία αισθάνεται αθωράκιστη επειδή γνωρίζει ότι το Ενεργειακό κόστος βιομηχανίας είναι πλέον όμηρος γεωπολιτικών και εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών, αντί να αποτελεί ένα απλό επιχειρηματικό δεδομένο που διαχειρίζεται μέσω της ελεύθερης αγοράς.
Η σημασία της ατομικής ιδιοκτησίας και των συμβάσεων
Η σταθερότητα που ζητά ο κλάδος μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της ενίσχυσης των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και της ελευθερίας των συμβάσεων. Αν οι βιομηχανίες είχαν τη δυνατότητα να επενδύουν σε δικές τους πηγές ενέργειας χωρίς τα εμπόδια των αδειοδοτήσεων και των φόρων, το Ενεργειακό κόστος βιομηχανίας θα ήταν ελεγχόμενο και προβλέψιμο. Η εξάρτηση από το κράτος είναι αυτή που δημιουργεί την ανασφάλεια. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι πιο ανθεκτικές οικονομίες είναι εκείνες όπου το κράτος έχει τον μικρότερο δυνατό ρόλο στη διαχείριση των πόρων.
Συμπερασματικά, η απογοήτευση της βιομηχανίας είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ της οικονομικής πραγματικότητας και του κρατικού ετατισμού. Όσο το Ενεργειακό κόστος βιομηχανίας αντιμετωπίζεται ως πολιτικό πρόβλημα που λύνεται με επιδόματα, η κρίση θα αποκτά διάρκεια. Η μόνη οδός για μια πραγματικά θωρακισμένη βιομηχανία είναι η επιστροφή στις αρχές της οικονομικής ελευθερίας, όπου ο ανταγωνισμός και η ιδιωτική πρωτοβουλία θα αναλάβουν να εξορθολογίσουν τις τιμές και να εγγυηθούν την επάρκεια. Κάθε άλλη παρέμβαση είναι απλώς ένας προσωρινός επίδεσμος σε μια βαθιά πληγή που προκάλεσε ο ίδιος ο παρεμβατισμός.
Η βιομηχανία δεν χρειάζεται περισσότερη «προστασία» από το κράτος· χρειάζεται λιγότερα εμπόδια από αυτό για να μπορέσει να προστατεύσει τον εαυτό της. Η τρέχουσα συγκυρία είναι μια ευκαιρία να επανεξετάσουμε το μοντέλο μας και να καταλάβουμε ότι η ευημερία δεν διατάσσεται, αλλά παράγεται σε συνθήκες ελευθερίας. Το Ενεργειακό κόστος βιομηχανίας θα πάψει να αποτελεί απειλή μόνο όταν η ενέργεια αντιμετωπιστεί ως ένα εμπόρευμα σε μια ελεύθερη αγορά και όχι ως ένα εργαλείο άσκησης κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής.



